κοίταζε τα πλοία, να ισορροπούν, βροχή
ανάλαφρα λες , σχεδόν αέρινα στου νερού τη δύναμη
πάλι εκεί το μέρος ίδιο, ίδιο με του γλάρου το στασίδι
Τώρα πια δεν ξέρει τι ζητά κι ακόμα βρέχει
ξέρει πως στο νερό τούτο μόνο πλοία ισορροπούν
τούτος ο λογισμός πονά και συνθλίβει το φθαρτό ανθρώπινο
μόνο στο γλάρο και στο κατάρτι φέρνεται στοργικά μια θάλασσα
Συνέχισε να στέκεται εκεί στη βροχή
με μάτια σε ορίζοντα χαμένα που ένα με ουρανό και νερό
τόσο αλύπητο νερό που μουλιάζει τα μάτια, που στραγγίζει ο νους
κι ένας ουρανός ταβάνι να πνίγει του γλάρου τ' όνειρο το στερνό
Ακόμα εκεί κι η στεριά μεταίωρη, η βροχή ατελείωτη
να μετρά τη σκληράδα τούτης της μαγείας στου χρόνου το κελί
κι οι γλάροι περιγελούν με κραυγές την ανικανότητα τ'ανθρώπου να πετά
κι η θάλασσα να στοιχειώνει μια σημαντική ασημαντότητα που με μίλια μετριέται
Και τότε πέταξε εκεί ο γλάρος γυμνός στη βροχή
μοιάζει πάντα να έρχονταν από το πουθενά και το τίποτα
και πάντα σε φτερούγιζε ξεσήκωνε της θάλασσας τη ζήλια τη θολερή
και πάντα κατάφερνε τα πόδια να του λύνει λίγο από τη στεριά για κάπου ψηλότερα
(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου